εξιδανικευτικός

εξιδανικευτικός
η , ό[ν] идеализирующий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "εξιδανικευτικός" в других словарях:

  • εξιδανικευτικός — ή, ό [εξιδανίκευση] αυτός που εξιδανικεύει …   Dictionary of Greek

  • εξιδανικευτικός — ή, ό επίρρ. ά που εξιδανικεύει, ο κατάλληλος να εξιδανικεύει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»